Αγωνίζομαι.





Παλιότερα μου έλεγαν - γυναίκες κυρίως- πως δεν ξέρω τι θέλω. Δεν πολυνοιαζόμουν ν απαντήσω , μέσα μου ήξερα πως δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση.  Δεν υπήρχε όμως λόγος να εντοπίσω το θέλω μου και να το εκφράσω. Αγωνιζόμουν σαν την Τσέλσυ τότε, τα έδινα όλα στο κέντρο ελπίζοντας για το καλύτερο. Στο κάτω κάτω ακόμα και αν δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελα, ήξερα σίγουρα τι δεν ήθελα. Δεν ήθελα να ήμουν κάποιος άλλος. Αρα  ήξερα και τι ήθελα. Ήθελα να είμαι εγώ, στην καλύτερη-για τις περιστασεις- εκδοχή μου.

Αν και καλοπερασάκιας  ποτέ μου δεν σκέφτηκα τα ίδια τα χρήματα μόνα τους σαν μέσον προσωπικής ευτυχίας και καταξίωσης, αντιθέτως τα κοροιδευα και λίγο. Για την ακρίβεια οχι αυτά τα ίδια και όσους τα είχαν, αλλα αντιθέτως αυτούς που δεν τα είχαν και τα  ζαχάρωναν σαν κάτι μοναδικό, πρώτο και τελευταίο μαζί στις επιδιώξεις τους. Επίσης δεν έβλεπα ποτέ την κοινωνική καταξίωση με καλό μάτι, κάτι μέσα της μου φαίνονταν διαβλητό, κάτι μέσα μου με απέτρεπε απ το να την πάρω στα σοβαρά. Δεν μού άρεσαν τα περισσότερα μέλη της κοινωνίας και αναρωτιόμουν γιατί θα πρέπει να μ ενδιαφέρει η γνώμη τους. Αυτό που λέμε κοινή γνώμη ο Σαιξπηρ φωτογράφιζε κάπου σαν "τέρας  δύσμορφο με αμμετρα κεφάλια".  Μου ταίριαξε αυτή η φράση από μικρός.  Με τρόμαζε πάντα ο όχλος χαλούσε την  αισθητική μου. Κάτι ακαθόριστο μου έλεγε να δίνω περισσότερο σημασία σε μένα και στις συναντήσεις μου με τους ανθρώπους που ήταν σαν και μένα. Αυτούς δηλαδή που έπαιζαν επίσης σαν την Τσέλσυ. Αυτούς που τα έδιναν όλα στο κέντρο ελπίζοντας για το καλύτερο.

Ο πρώτος μου δάσκαλος όταν πλήρωνε για τους μαθητές -συνεργάτες του ένα τραπέζι μεσημεριανό στο εστιατόριο "Κεντρικό" (δίπλα απ το άγαλμα του Κολοκοτρώνη)  έχωνε το χέρι του στην τσέπη έβγαζε όσα χαρτονομίσματα τσαλακωμένα είχε μέσα η τσέπη και τα έδινε στον σερβιτόρο για να ξεδιαλύνει εκείνος το μυστήριο. Ο σερβιτόρος τα ίσιωνε τα χώριζε τα μοίραζε κρατούσε όσα  αναλογούσαν στο γεύμα και του επέστρεψε τα υπόλοιπα. Ο δάσκαλος τα έπαιρνε στα χέρια του ρώταγε αν χρειάζεται κανείς μας τσιγάρα ή τίποτα τέτοια και αν δεν ήθελε  κανείς μας τίποτα  τα ξανάχωνε στην τσέπη του να τσαλακωθούν με την ησυχία τους. Δεν είχε πορτοφόλι. Μου άρεσε αυτή η σχέση του με τα λεφτά .  Η δουλεία του και οι σχέση του μαζί μας τον απασχολούσαν πολυ περισσότερο απο τις χρηματικές απολάβες του. Αγωνιούσε για τα  λεφτά σε σχέση με τις αναγκες της εκάστοτε παράστασης οχι σε σχέση με αυτόν. Μάλλον έπαιζε και αυτός σαν την Τσέλσυ.

Θυμάμαι όταν μαθητής ακόμα είπα την πρώτη μου φράση στο θέατρο έγινε σεισμός. Σεισμός οχι απ τα χειροκροτήματα, κανονικός σεισμός με βουητό και ρίχτερ. Έμεινα μόνος στο θέατρο, προφανώς από αγνοια κινδύνου και καμμία προηγούμενη εμπειρία από σεισμό. Βγήκα τελευταίος βουτηγμένος σε μαυρη γκαντεμια για την ατυχία μου που δεν πρόλαβα να πω ολόκληρη την  τιράντα*.
Ο κολλητός μου στην σχολή μου είπε πως εκείνος ήταν πάνω την ώρα του σεισμού και ο πρώτος που βγήκε απ το υπόγειο ήταν ο δασκαλος μας, μόνος του,  ένω όταν πριν λίγες ώρες είχε μπει υποβασταζόμενος. Του είπα οτι λεει μαλακίες επειδή δεν τον έβαλε να παίξει  στην παράσταση  και ποτέ μου δεν έκατσα να το διασταυρώσω.
 Θα ήταν λάθος να σκεφτεί κανείς πως δεν είχε μέσα του και  ένα είδος λογιστή-τεχνοκράτη γιατί είχε. Ολες  οι κινήσεις ήταν μετρημένες σοφά. Δεν μπορούσε να είναι αλλιώς γιατί κατάφερνε και πλήρωνε, λιτά δεν λέω, όλους όσους δουλευαμε γι αυτόν παρ΄ οτι μαθαίναμε απ αυτόν.

Τώρα πια δεν υπάρχει στον χώρο κάτι τέτοιο, η γνώση (συχνά υποτιθέμενη, καθαρά θεωρητική και σίγουρα με τα πολλά ερωτηματικά πωλείται σε μορφή σεμιναρίου. Παραδίδεται σε περγαμηνή -μην χέσω- παρακολούθησης (ήμουν κ εγώ εκεί) και χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε βιογραφικά. Είμαστε στην εποχή που οι ανθρωποι φτιάχνουν βιογραφικά μετά μανίας. Εκπαιδευονται συστηματικά έτσι ώστε να διδάξουν αργότερα άλλους αυτά που διδάχτηκαν - και που δυστυχώς δεν μπορούν από μόνα τους να παράγουν. Διδάσκονται τις δυνατότητες του αντικειμένου  αλλά οχι την χρήση του. Διδάσκεσαι να τροποποιήσεις το τίποτα και να το πουλήσεις για κάτι. Περιτυλιγματική θα ονόμαζα την μέθοδο.
Δεν έχει καμμία σχέση με τον τρόπο που αγωνίζεται η Τσέλσυ.

.................................


* τιραντα: Ενα μεγαλούτσικο κομάτι λόγου στο θέατρο που αποτελείται από 3-4 προτάσεις μαζεμένες και  δίνει το δικαίωμα στον εγωπαθή, πολύ νέο ή καμποτίνο ηθοποιό, να το ξεχειλώσει  παίρνοντας την προσοχή του κοινού κάτι δευτερόλεπτα παραπάνω. Εξ ου και η ονομασία τιράντα-- ελαστική.


υ.γ. Τσέλσυ = Αγγλικό ποδόσφαιρο. Το αγαπημένο μου.  Βροχή, χορτάρι, χώμα σώμα σ΄ενα, πολλά τακλιν και κορμιά να μάχονται στο κέντρο.  Για να πάρεις ένα μέτρο χώρο πρέπει να το θέλεις πολύ. Στα 70 λεπτά του αγώνα το παιχνίδι παίζεται  μεταξύ των δύο μεγάλων περιοχών.