Στον Έρωτα φιλαράκο !Στον έρωτα που νιώθω για ό,τι ωραίο, ό,τι μεγάλο και λαμπρό υπάρχει.







Στην  ορκωμοσία  (ύψωσε το δεξί χέρι κι άρχισε να λέει)
« Ου καταισχυνώ τα όπλα τα ιερά ουδ’ εγκαταλείψω τον παραστάτην…»
ένα ρίγος διαπέρασε όλους όσοι στεκόντουσαν εκεί.

Ο Αλκιβιάδης βιάστηκε να πάει σπίτι να κόψει τα μαλλιά του και να φορέσει την πρώτη χλαμύδα του, ώστε το απόγευμα να παρουσιαστεί με τους φίλους του στην Αγορά πολίτης πια.
-Σε ποιον θεό θα αφιερώσουμε τα μαλλιά και το ιμάτιο, Αλκιβιάδη;
-Στον Έρωτα φιλαράκο Στον Έρωτα! Στον Έρωτα! Στον μεγαλύτερο, στον καθολικότερο Θεό. Ανίκατον μάχαν! Στον έρωτα που κυβερνάει όλων των ανθρώπων τη ζωή. Που είναι το κίνητρο κάθε μεγάλης πράξης. Τον έρωτα που νιώθω για ό,τι ωραίο, ό,τι μεγάλο και λαμπρό υπάρχει. Θα παραγγείλω, όταν έρθει καιρός, μια χρυσή ασπίδα  με τον Έρωτα σκαλισμένο και πλουμισμένο μ’ ελεφαντόδοντο. Όχι αυτόν τον μικρό, τον σαχλό θεό με τα φτεράκια του, μια σπιθαμή πράγμα, αλλά μια μορφή που ν’ ακτινοβολεί ζωή κι ομορφιά! Περισσότερο κι απ’ τη δική μου, αν γίνεται!»

………………………………………………..

Ο Περικλής τέλειωσε μ’ έναν πραγματικά θαυμάσιο επίλογο, τέτοιον που μόνο αυτός, με τη βοήθεια της Ασπασίας, ήξερε να κάνει, όπου η ομορφιά της σκέψης συμπληρώνεται από τον τέλειο ρυθμό της φράσης και πέτυχε τον εξοστρακισμό του Θουκυδίδη.  
…………………………….

Και πραγματικά, κάθε μέρος του Ναού που τέλειωνε, κάθε λεπτομέρεια, ήταν κι από ένα αριστούργημα, τόσο θαυμάσιο που έμοιαζε κόλας αρχαίο. Ο Ικτίνος κι ο Φειδίας δούλευαν όλη μέρα εκεί πάνω και πολλές φορές δεν κατέβαιναν στα σπίτια τους να κοιμηθούν αλλά έπαιρναν έναν ύπνο σε πρόχειρα στρωσίδια. Ο Περικλής ανέβαινε αρκετά συχνά  παρακολουθούσε τις εργασίες.
Μια μέρα ρώτησε τον Ικτίνο:
-Τι διαστάσεις  έχει ο ναός;
-Δεν  έχει διαστάσεις έχει αναλογίες
-Τι κανόνα ακολουθείς για τις αναλογίες Ικτίνε;»
-Την έμπνευσή μου(το είπε καθημερινά χωρίς έμφαση)


-Ο λαός θυμάται μόνο τα όσα παθαίνει κι όχι τα όσα ωφελείται!
-Όχι ο λαός της Αθήνας!
-Ιδίως αυτός Αλκιβιάδη…Θα το μάθεις κι εσύ αργότερα!» 



Η μοίρα όμως του Φειδία ήταν τραγική! Εμείς, οι Αθηναίοι, δώσαμε πίστη στα λόγια ενός δούλου, του Μένωνος, που πήγε κι έπεσε ικέτης σ’ έναν βωμό καταγγέλλοντας πως ο κύριός του, Φειδίας, είχε κλέψει αρκετό απ’ τον χρυσό που του είχαν εμπιστευθεί για την χρυσελεφάντινη Αθηνά του Παρθενώνα. Οι άρχοντες φοβήθηκαν μην ο Φειδίας φύγει από την Αθήνα και τον έριξαν στη φυλακή χωρίς καν ανάκριση, χωρίς καν δίκη. Ο Περικλής προσπάθησε να τον σώσει. Έτρεξε στου Επώνυμου και τον παρακάλεσε να διατάξει να ζυγίσουν το μάλαμα του αγάλματος που ήταν επίτηδες χυμένο κομμάτια κομμάτια για να ζυγίζεται εύκολα. Ώσπου ν’ αποφασίσει ο Επώνυμος άρχοντας (Πυθόδωρος), ώσπου να οριστεί επιτροπή, να δώσει έγκριση η Βουλή και ν’ αποφασίσει η Εκκλησία, πέρασαν μέρες πολλές. Χειμώνας καιρός, οι Ένδεκα δεν άφηναν στον Φειδία τα σκεπάσματα και την τροφή που του έστελνε καθημερινά ο Περικλής κι ο δαιμόνιος καλλιτέχνης αρρώστησε και σε λίγες μέρες πέθανε. Οι αστυνόμοι τον έθαψαν σαν κακούργο, ενώ ο Μένων κέρδισε την ελευθερία του και πήρε και ατέλεια για την Αγορά.

………………………………………………..

Πώς πάει η πολιορκία;

Πως πάει η πολιορκία ρωτούσαν τα λιμάνια.
Πώς να πηγαίνει …τα ίδια πάντα.
Σαν να ήταν για κανέναν άρρωστο!

Ο θάνατος, την εποχή εκείνη, είχε γίνει καθημερινός σύντροφός μας, αλλά ευτυχώς η επιδημία ξεθύμαινε σιγά σιγά. Αφού πήρε τριάντα χιλιάδες κόσμο, τώρα υποχωρούσε. Ένας σπουδαίος γιατρός που είχε έρθει τότε στην Αθήνα, ξεχνώ τ’ όνομά του, παρατήρησε πως όσοι τεχνίτες δούλευαν κοντά σε φωτιά δεν πάθαιναν. Κατάλαβε πως τους προστάτευε η φλόγα κι είπε να ανάβει ο κόσμος φωτιές. Την νύχτα κοκκίνιζε ο ουρανός απ’ τις χιλιάδες τις φωτιές που ανάβανε σ’ όλη την πόλη, στα Μακρά Τείχη, κι έφταναν ως τον Πειραιά. Νόμιζες πως όλη η Πολιτεία καίγεται. Έτσι εξαλείφτηκε η λοιμική. Αλλά τι θραύση είχε κάνει!
Η μεγάλη απώλεια ήταν ο Περικλής. Έγινε μια λύση συνεχείας στην πολιτική διαδοχή. Ο Δήμος απ’ τον Περικλή έπεσε στον Κλέωνα και δεν μπόρεσε να ξανασηκωθεί ως τον Αλκιβιάδη. Ο Περικλής πέθανε τον τρίτο χρόνο του πολέμου και μόλις τον δωδέκατο ο  Αλκιβιάδης έγινε στρατηγός. Αν ζούσε ο Περικλής ως τη στιγμή εκείνη… Πόσες φορές θυμήθηκα, τις πρώτες μετά τον θάνατό του μέρες, εκείνο που του είχα  άλλοτε πει:
Άμα λείψεις, Ολύμπιε; 


………………………………………….

-Δεν μπορώ να καταλάβω, Σωκράτη!
Τους Ολιγαρχικούς, ο Περικλής, τους έβλαψε πολύ, αλλά τον λαό! Που του έχει μοιράσει του κόσμου τα χρήματα, που του έχει δημιουργήσει μια νέα ζωή!»
-Νομίζεις, Αλκιβιάδη, ότι ο λαός θυμάται;
-Πώς δεν θυμάται;
-Ο λαός είναι σαν παιδί που θυμώνει και γαληνεύει την ίδια στιγμή. Εκεί που είναι ήσυχος, ήρεμος κι ευχαριστημένος, εκεί γίνεται μανιασμένη θάλασσα που ξεσπάει και τ’ αναταράζει όλα.
 -Ο λαός είναι υπάκουος, Σωκράτη, και καλός
-Ίσως, αλλά είναι αμόρφωτος, φανατίζεται εύκολα και γίνεται στα χέρια ενός κακού ηγέτη θεριό μονάχο.
-Ο Περικλής ήταν κακός ηγέτης, Σωκράτη;
-Δεν μιλάω για τον θείο σου. Μιλάω γι αυτόν τον καινούριο, τον Κλέωνα. Κι ο θείος σου όμως έκανε λάθη. Έλυσε τους ασκούς και τώρα φυσάνε οι άνεμοι. Ας φυλαχτεί!
            -Ναι! Έκανε λάθη…
 -Δεν έχει μέτρο κι αυτός.
-Γιατί λες: κι αυτός;
-Βλέπεις κανέναν γύρω σου που να έχει μέτρο;
-Εγώ έχω!
-Αλκιβιάδη!  Γνώθι σ αυτόν! (βαριεστημένα) εδώ στην Αθήνα, κάτω από το Ιερό της Σοφίας, διατυπώθηκαν τα ρητά «μηδέν άγαν», «παν μέτρον άριστον», «το δις εξαμαρτείν»…
 αυτό Σημαίνει πως τα έχουμε ανάγκη αυτά τα ρητά επειδή ακριβώς μας λείπει το μέτρο, κι εκείνους που το έχουν τους εξορίζουμε ή τους σκοτώνουμε σαν τον Αριστείδη και τον Φειδία.
Ο δήμος, Αλκιβιάδη, είναι επικίνδυνος, γιατί προτιμάει ν’ ακούει κατηγόριες παρά επαίνους, ίσως επειδή ο καθένας νιώθει μια κρυφή ικανοποίηση ακούγοντας πως κι άλλοι έχουν κακίες κι ελαττώματα. Όσο περισσότεροι έχουν το δικαίωμα ν’ αποφασίζουν για τα δημόσια πράγματα τόσο  πιο επικίνδυνοι γίνονται.
- Σωκράτη, Αφού οι πολλοί είναι πιο επικίνδυνοι από τους λίγους, τότε γιατί θεωρούμε τη Δημοκρατία ως το καλύτερο πολίτευμα;
-Γιατί αυτός ο πληθυντικός, Αλκιβιάδη; Ποιος σου είπε ποτέ ότι κι εγώ θεωρώ μαζί σας τη Δημοκρατία ως το καλύτερο πολίτευμα;»-
-Τότε ποιο θεωρείς το καλύτερο πολίτευμα; Την Ολιγαρχία! Την Τυραννία! Δεν θέλω να το πιστέψω, Σωκράτη!»-
-Από πού να πιάσουμε το ζήτημα…» είπε ο Σωκράτης ρωτώντας μάλλον τον εαυτό του παρά τον Αλκιβιάδη, κι έσκυψε ελαφριά το κεφάλι. Το άσκημο πρόσωπό του είχε ασχημύνει ακόμα πιο πολύ, ρυτιδωμένο κι αυλακωμένο, ενώ το μέτωπό του έμενε ήρεμο, σαν φωτεινό.
-Υπάρχουν, είπε σε λίγο, τεσσάρων ειδών πολιτείες. Πρώτη, η πιο ξακουστή είναι η πολιτεία της Σπάρτης και παλαιότερα της Κρήτης. Δεύτερη, η Ολιγαρχία, πολλοί την επαινούν, αλλά έχει πολλά τρωτά. Τρίτη η Δημοκρατία, το αντίθετο της προηγούμενης, και τέλος γέννημα και θρέμμα της Δημοκρατίας, η Τυραννία, που είναι η χειρότερη απ’ όλες. Συμφωνείς, Αλκιβιάδη;»
-Συμφωνώ στην απαρίθμηση, αλλά εξήγησέ μου. Γιατί η Δημοκρατία δημιουργεί την Τυραννία;»
-Καθώς ξέρεις, κάθε μια από τις πολιτείες προσπαθεί να διατηρήσει το σπουδαιότερο αγαθό που έχει. Η Ολιγαρχία, και σ’ αυτό οφείλεται η αστάθειά της, δεν σκέπτεται τίποτε άλλο παρά τον πλούτο και παραμελεί όλα τα άλλα.
Η Δημοκρατία, κι αυτή ακόρεστη και άπληστη, δεν σκέπτεται τίποτε άλλο παρά την ελευθερία, που τη θεωρεί το ανώτατο αγαθό. Λόγο της ύπαρξής της…Σε μια δημοκρατία δεν θ’ ακούς να γίνεται λόγος παρά μόνο για ελευθερία! Θ’ ακούς πως είναι το μόνο μεγάλο ανθρώπινο αγαθό, που κινδυνεύει συνεχώς.
-Πραγματικά μόνο τέτοια ακούει κανείς…
-Λοιπόν μήπως δεν είναι η υπερβολική αυτή αφοσίωση στην ελευθερία, που συνοδεύεται μάλιστα από μια περιφρόνηση για ό,τι άλλο, που οδηγεί στην τυραννία;
-Πώς;
-Όταν σε μια πολιτεία ο λαός διψάει για ελευθερία και τύχει να έχει ασυλλόγιστους αρχηγούς που του την κερνούν άκρατη, τότε ο κόσμος πίνει και μεθάει, κι αν οι αρχηγοί τους δεν θελήσουν  να τους δώσουν όση ελευθερία ζητούν, τους κατηγορούν και τους τιμωρούν θεωρώντας τους προδότες. Κι αρχίζει τότε ο λαός να περιφρονεί και να προπηλακίζει όσους από τους πολίτες σέβονται ακόμα την Εξουσία και τους χαρακτηρίζει σαν εθελόδουλους. Μια τέτοια κατάσταση γεννάει κι άλλα κακά. Γίνεται μια βλαβερή εξίσωση. Ο δάσκαλος φοβάται και κολακεύει τον μαθητή, κι ο μαθητής περιφρονεί ή τον παιδαγωγό, και, γενικά, οι νέοι θέλουν να είναι ίσοι με τους γέρους, κι αυτοί πάλι προσπαθούν να νοιάζουν από φόβο μη φανούν οπισθοδρομικοί! Και, πήγα να το ξεχάσω, άνδρες και γυναίκες γίνονται ίσοι στις σχέσεις τους. Όλα αυτά λοιπόν δημιουργούν σε κάθε πολίτη τέτοιο φόβο μη χάσει την ελευθερία του, τόση καχυποψία, ώστε είναι έτοιμος να ξεσηκωθεί σε κάθε υποθετικό κίνδυνο και στο τέλος δε λογαριάζει τίποτε πια, ούτε γραφτό ούτε άγραφο νόμο, και δεν υπακούει σε τίποτε. Κι απ’ αυτήν την ωραία κατάσταση δημιουργείται η Τυραννία. Υπάρχει μια αλήθεια: ότι  μια υπερβολή  φέρνει την αντίθεσή της, κι αυτό το βλέπει κανείς και στις εποχές και στα φυτά και στο ανθρώπινο σώμα και προπαντός στην πολιτική. Τώρα πρέπει να ξανάρθω στη σειρά των σκέψεών μου για να βρούμε ποια είναι η καλύτερη πολιτεία.
Λοιπόν, νομίζω, πως όλοι οι άνθρωποι είναι αδελφοί. Γεννήθηκαν όλοι από την Γη, αλλά ο Θεός, πλάθοντάς τους έβαλε σε μερικούς, εκείνους που πρέπει να κυβερνούν, λίγο χρυσάφι την ώρα που γεννιόντουσαν, και γι αυτό είναι οι πολυτιμότεροι.  Άλλους τους έπλασε με λίγο ασήμι κι άλλους με σίδερο και χαλκό. Αφού λοιπόν  οι άνθρωποι έχουν τέτοια καταγωγή θα έπρεπε τα παιδιά τους να τους μοιάζουν. Δηλαδή όσοι έχουν φλέβα από χρυσό να γεννούν παιδιά με χρυσό. Το ίδιο και για τους άλλους. Συμβαίνει όμως μια γενιά από χρυσό να γεννήσει παιδιά από ασήμι ή και το αντίθετο, μια γενιά από ασήμι να γεννήσει παιδιά με φλέβα χρυσή. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με τ’ άλλα δυο μέταλλα. Κι εδώ είναι η μεγάλη δυσκολία, γιατί θα έπρεπε, οι άνθρωποι, να δίνουν στα παιδιά τους εκείνην ακριβώς τη θέση που τους ταιριάζει ανάλογα με τη φλέβα που έχουν. Αν ένας πατέρας με χρυσή φλέβα γεννήσει ένα παιδί με ασημένια φλέβα θα πρέπει το παιδί να περιοριστεί στην τάξη που ανήκει. Αντίθετα, αν από πατέρα με φλέβα χαλκού γεννηθεί παιδί με φλέβα από χρυσάφι, θα έπρεπε το παιδί αυτό να υψωθεί στα μεγαλύτερα αξιώματα. Έτσι νομίζω πως πρέπει να γίνεται. Έτσι νομίζει κι ο θεός. Ξέρεις βέβαια τον χρησμό:
Η πολιτεία θα καταστραφεί
αν στο σίδερο  και στον χαλκό στραφεί        
Το μεγάλο λοιπόν ζήτημα είναι τούτο. Ότι πρέπει πάντα, μέσα στην εναλλαγή των γενεών, να κυβερνούν εκείνοι που έχουν χρυσή φλέβα, γιατί αυτοί είναι οι άριστοι, που θα είναι δίκαιοι».
-Ώστε Ολιγαρχία, Σωκράτη!
-Στην Ολιγαρχία, Αλκιβιάδη, κυβερνούν οι Ολίγοι και δεν σημαίνει, επειδή είναι Ολίγοι, ότι είναι και Άριστοι. Το αντίθετο δυστυχώς συμβαίνει. Οι Άριστοι είναι λίγοι.
-Και πώς θα ονόμαζες την πολιτεία αυτή που θα κυβερνούσαν οι Άριστοι;
-Θα την ονόμαζα Αρισταρχία.
-Και γιατί όχι Αριστοκρατία;
-Γιατί οι Άριστοι δεν «κρατούν». Οι Άριστοι «άρχουν. Η φυσική τους θέση είναι στην κυβέρνηση της πολιτείας.  

-Ψουξ: και που τους βρίσκουμε Σωκράτη;

..........................................

αφιερωμένο στον Νικόλα 2300

Τα λαγούμια του Βερολίνου.




Δίπλα απ το τείχος υπήρχε η νεκρή ζώνη. Εκεί κανείς δεν πλησίαζε κανείς δεν μπαινόβγαινε κανείς δεν υπήρχε εκτός από τον  φύλακα και με την πάροδο του χρόνου μερικά κουνέλια . Ένα δυο στην αρχή, 5 δέκα στην συνέχεια, αυξάνονταν ραγδαία σαν κουνέλια που ζούσαν χωρίς να κινδυνεύουν. Γεράκια δεν υπήρχαν  ούτε λύκοι αλεπούδες ή δεν ξέρω ποιοι άλλοι είναι οι εχθροί του κουνελιού. Υπήρχε χορτάρι και ησυχία. Τα λαγούμια που έφτιαχναν ήταν πολύ μικρά, κυρίως για τον κακό  καιρό ή για τις ανάγκες του dna τους, καθόλου για προστασία.
Επειδή όμως έγιναν πάρα πολλά , οι Γερμανοί για να μην ξεχνάνε και κείνοι το δικό τους dna κάλυψαν στην αρχή κάποια κομμάτια με τσιμέντο για να τους δυσκολέψουν την ζωή και μετά  δηλητηρίασαν και το χορτάρι της περιοχής που άφησαν ως είχε,( όταν είδαν ότι τα κουνέλια σκάβοντας μεγαλύτερα λαγούμια έφτασαν μέχρι εκεί).
Τα κουνέλια αντιμετώπισαν το τσιμέντο αλλά στο  δηλητηριασμένο χορτάρι πέθαναν αρκετά απ αυτά. Η νεότερη γενιά όμως σκέφτηκε εξυπνότερα και έφτιαξε ακόμα μεγαλύτερα λαγούμια έτσι βγήκε απ την άλλη μεριά του τείχους  και συνέχισε την ζωή της  στην άλλη πλευρά της νεκρής ζώνης.

Ποιοι  Γερμανοί το έκαναν αυτό οι Δυτικοί ή οι Ανατολικοί;
Δεν ενδιαφέρει, δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει ότι αυτό το κινηματογράφησε ένας φύλακας που βαριόταν να χάφτει μύγες όλη μέρα. Μέσα στην απόλυτη βαρεμάρα της δουλειάς του βρήκε και έκανε κάτι δημιουργικό. Πήρε μια κάμερα και άρχισε την καταγραφή.
Δεν ξέρω αν μας συμφέρει περισσότερο να παραδειγματιστούμε από τα κουνέλια και να βγούμε στην άλλη πλευρά του τείχους ή τον φύλακα ... αλλά  ότι και να διαλέξουμε καλό θα μας κάνει .
………………………


Στην δουλειά μου, αυτή είναι το θέατρο, για πολλά  χρόνια (τώρα πια σταμάτησε το φαινόμενο) δίνονταν επιχορηγήσεις . Οι επιχορηγήσεις αυτές δεν δίνονταν με το σωστό τρόπο. Δεν παρείχαν   σε θιάσους τεχνική υποστήριξη ή χρήματα για τις αμοιβές των μελών τους.  Δεν επιδοτούντο ούτε και  επαγγελματικές  ιδιότητες-δεξιότητες (φωτιστές συγγραφείς ηθοποιοί σκηνοθέτες σκηνογράφοι κλπ) για έρευνα, εκπαίδευση ή παραγωγή. 
 Επιδοτούντο κυρίως άτομα που  κατείχαν ντουβάρια  για να διαχειριστούν ποσά .

Μέγα λάθος. Διαστρέβλωσε την αγορά. Δημιούργησε μόνο ανάγκη για συμμαχίες κ πολιτική. Καμία σημασία στο προϊόν. Καμία σημασία στην ουσία του, στην ανταλλακτική του αξία…...στη δυναμική της παράστασης να προσελκύσει θεατές και να κόψει εισιτήρια ικανά σε αριθμό για να ζήσουν από αυτά οι συντελεστές της .Κανείς δεν ήθελε να γίνει κάτι τέτοιο ούτε τα άτομα που λάμβαναν την επιχορήγηση ούτε και τα άτομα που την ενέκριναν. Αμφότερα τα μέρη  είχαν βολευτεί στην αλληλουχία της διαδικασίας τα είχαν βρει μεταξύ τους...και στήριζαν το ένα το άλλο.  

Χαίρομαι πολύ που σταμάτησε να γίνεται αυτό . Αν κάποτε κατανοηθεί το λάθος και ξαναρχίσουν να δίνονται επιχορηγήσεις, προς το αντικείμενο  αυτή τη φορά και όχι προς το άτομο,  θα βοηθήσουν πραγματικά. Αλλά για τώρα  καλύτερα που σταμάτησαν προσωρινά, καλό θα κάνει, θα σπάσει συντεχνιακές αλυσίδες  εκδούλευσης .Ετσι νομίζω. Θα σφίξουν οι κώλοι των Μαφιόζων της τέχνης του θεάτρου. Μαφιόζοι γιατί δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο απο μαφιόζικη η λογική που επικράτησε τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Σε αυτές τις δεκαετίες … η εκάστοτε Επιτροπή επιχορηγήσεων  έδινε χρήματα σε Άτομα που συνήθως είχαν έναν θεατρικό χώρο για να τα βοηθήσει να κρατήσουν νόμιμα* και επαγγελματικά τον χώρο σε λειτουργία. Τα επιχορηγούσε να παράξουν χρήσιμες παραστάσεις!  Έξυπνες, καινούριες, διασκεδαστικές, εκπαιδευτικές, με αισθητική και άποψη.
(νόμιμα* και επαγγελματικά, εννοώ με πληρωμένους συνεργάτες  εφορία ικα δεη κλπ.)

Το άτομο όμως είχε άλλα σχέδια.  Έχωνε τα λεφτά της επιχορήγησης στην τσέπη
 και υπενοικίαζε τον χώρο για τον οποίο επιδοτείτο σε άλλους, για να δείξουν την δική τους δουλειά. Έτσι έβγαζε τα πολλά έξτρα χρήματα δημιουργώντας και το σπάνιο  είδος του επιχορηγούμενου θεατρικού επιχειρηματία. Αμέσως μετά, μέσα   στην διαπλοκή  που γεννιέται σε τέτοιες συνθήκες,
έχοντας προμετωπίδα  καλλιτεχνικής αναγνώρισης την πρόσφατη επιχορήγηση του  
λάμβανε ως δια μαγείας  από επίσης  επιχορηγούμενους, μεγαλύτερους όμως  θεατρικούς οργανισμούς  (κρατικό εθνικό μέγαρο φεστιβαλ αθηνών) μια ακόμα , καθαρά επαγγελματική (εφ άπαξ και χωρίς λοιπές δεσμεύσεις) πρόταση επαγγελματικής συνεργασίας.
Στο τέλος  επειδή δεν προλάβαινε,  βάφτιζε τις 10-20  πρόβες που είχε κανει με απλήρωτους ηθοποιούς work in progress ή  performance και έβγαζε και την αρχική του υποχρέωση στην Πολιτεία για μια χρήσιμη στο κοινωνικό σύνολο παράσταση.

Την άλλη χρονιά τα ίδια απ την ανάποδη.
Η προμετωπίδα για την καινούρια επιχορήγηση ήταν η προηγούμενη  αναγνώριση από τον επίσης επιχορηγούμενο  μεγαλύτερο θεατρικό οργανισμό.

Υπήρχαν εξαιρέσεις αλλά τα πολλά λεφτά δεν πήγαιναν σε αυτές.
Έτσι γινόταν  στον επιχορηγούμενο  θεατρικό στίβο είκοσι χρόνια τώρα.
Αυτή ήταν η σχέση της Πολιτείας με το αντικείμενο μου.

Αυτό που δεν πρέπει να ξεχάσω (σαν αφηγητής) ν΄ αναφέρω  είναι πως στον χώρο του θεάτρου τα άτομα που υπήρχαν και στις δύο πλευρές αυτής της συναλλαγής ήταν κυρίως αριστερής προέλευσης. Τα λεφτά που τζιράρουν στον πολιτισμό είναι ελάχιστα σε σχέση με άλλους τομείς  έτσι δεν ενδιαφέρονται παρά μόνο οι άπλυτοι.
Οι μοσχομυριστοί της δεξιάς προέλευσης   γουστάρουν κυρίως  δημόσια έργα, στρατιωτικούς εξοπλισμούς  και  κρατικές προμήθειες.