Η Θεατρικότητα στην Πολιτική ζωή της αρχαίας Ελλάδας



Υπάρχουν πολλές πιθανότητες για το πρώτο κεφάλαιο, μιας εργασίας που θέλει να παρουσιάσει στοιχεία ελάχιστα δημοφιλή για την αρχαία Αθηναϊκή δημοκρατία. Αυτός ήταν ο λόγος που ανέβαλα συνεχώς την απόφαση. 
Σήμερα όμως αποφάσισα πως να ξεκινήσω, την  ιστορία μου.
Θα την τρέχω σ΄ αυτό το blog και θα κάνω λινκ με όσο «ακαδημαϊκό» υλικό έχω εύκαιρο, στο δεύτερο μου blog,αυτό που μέχρι τώρα δεν έχει τίποτα μέσα.
Ξεκίνησα την εργασία αυτή για τον Αλκιβιάδη, μα όσο περνούσε ο χρόνος ξεθώριαζε μέσα μου η μορφή του και ζωντάνευε το περιβάλλον του, η πόλη του και  οι συνήθειές της.

***

Φανταστείτε κάπου κοντά στο 561 π.χ., έξω απ΄ την Αθήνα, έναν ευφυή και φιλόδοξο νέο από καλή οικογένεια ..... 
Να αυτοτραυματίζεται μαχαιρώνοντας προηγουμένως τα μουλάρια του και μετά να φτάνει αιμόφυρτος στην "Αγορά" υποστηρίζοντας  ότι γλίτωσε από βέβαιη δολοφονία, καθώς υπερασπιζόταν τα δίκαια των αδυνάμων.
Να μην κατονομάζει τους αντιπάλους που του επιτέθηκαν μα να ζητά  προσωπική φρουρά.
Τον Σόλωνα (ενώ έχει κάνει την σεισάχθεια) να τον κατηγορεί ευθέως στην αγορά για απατεώνα, αλλά να μην εισακούεται και να φεύγει  αναφωνώντας «αποχαυνωθήκατε όλοι σας »
Τον δήμο να εκδίδει ψήφισμα δίνοντας του προσωπική φρουρά, και αυτόν να την χρησιμοποιεί και  να καταλαμβάνει με βία την εξουσία.

Έτσι έγινε την πρώτη τυραννία αλλά δεν κράτησε ούτε έναν χρόνο.
Τον έριξαν συνασπιζόμενοι, ο Μεγακλής ηγέτης του κόμματος των «πλουσίων εμπόρων» και ο Λυκούργος  ηγέτης του κόμματος των «ολιγαρχικών- γαιοκτημόνων».

Η λυκοφιλία των δύο αυτών  αρχηγών που εκπροσωπούσαν συμφέροντα αντίθετων κοινωνικών ομάδων, δεν κράτησε πολύ. Οι ολιγαρχικοί ήθελαν να αλλάξει η κατάσταση εις βάρος της αστικής τάξης ώστε η πολιτική εξουσία να περάσει και πάλι αποκλειστικά στα χέρια των ευγενών (δηλαδή των γαιοκτημόνων ουσιαστικά), οι δε έμποροι που είχαν πια αρκετά χρήματα απαιτούσαν να έχουν άποψη στα πολιτικά και στήριζαν τον Μεγακλή για να αντισταθεί στις ολιγαρχικές κινήσεις.

Έτσι  του δόθηκε η ευκαιρία να συμμαχήσει  λίγο αργότερα με τον έναν απ αυτούς, τον Μεγακλή Αλκμεωνίδη αποδεχόμενος την πρόταση του  να παντρευτεί την κόρη του, έτσι ώστε τα παιδιά που θ΄ αποκτούσαν να ένωναν παντοτινά τις δύο οικογένειες.
Για να κερδίσει την εύνοια των Αθηναίων αυτή τη φορά ο Πεισίστρατος επινόησε ένα τέχνασμα που ο Αριστοτέλης περιγράφει ως χονδροειδέστατο. Έβαλε πάνω σε άρμα μια νεαρή και υψηλή γυναίκα  ντυμένη με πανοπλία και περικεφαλαία και εν πομπή την έφερε από την Παιανία στην Ακρόπολη διαδίδοντας ότι ήρθε η ίδια η Αθηνά για να τον στέψει άρχοντα της πόλης.
Ο λαός της Αθήνας πράγματι εντυπωσιάστηκε και ο Πεισίστρατος έγινε τύραννος για δεύτερη φορά το 558 π.χ.

Αυτή τη φορά η τυραννίδα κράτησε 2 χρόνια.
Κλονίστηκε επειδή ο τύραννος έδειξε εξαρχής ότι απέφευγε να κάνει παιδιά με την κόρη του πολιτικού συμμάχου του. Ο Μεγακλής ήταν γενικά σε δύσκολη θέση γιατί ο λαός των Αθηνών δεν συμπαθούσε τους Αλκμεωνίδες λόγω του Κυλωνείου Άγους αλλά και επειδή μεγάλη μερίδα του πληθυσμού ήταν φτωχή και δημοκρατική. Οι τελευταίοι στήριζαν απόλυτα τον Πεισίστρατο και οι έμποροι δεν αρκούσαν για να τον ανατρέψουν. Έτσι ο Μεγακλής συμμάχησε με τον Λυκούργο για άλλη μια φορά και  οι δύο τους κατάφεραν πάλι να τον ανατρέψουν εξορίζοντας τον.


Αν και εξόριστος και χωρίς περιουσία, κατόρθωσε χάρη στην επινοητικότητά του να αποκτήσει τον έλεγχο ορυχείων αργύρου και χρυσού στη Μακεδονία και την Θράκη, και να πλουτίσει.

Έτσι, μετά από έντεκα χρόνια εργασίας, έχοντας προσλάβει μισθοφόρους από το Άργος και μαζί με το στρατό που του εξασφάλισε ο φίλος του Λύγδαμης από το νησί της Νάξου, και αριστοκράτες φίλοι του από τη Θήβα, την Θεσσαλία και την Ερέτρια, ο Πεισίστρατος έπλευσε από την Ερέτρια στον Μαραθώνα.
Από εκεί εξεστράτευσε κατά της Αθήνας και νικώντας τις δυνάμεις του Λυκούργου και Μεγακλή που τον περίμεναν στην Παλλήνη, έγινε κυρίαρχος των Αθηνών για τρίτη φορά, το 545 π.Χ. και μέχρι τον θάνατο του  - είκοσι χρόνια αργότερα.


Κατά την τυραννία του ο Πεισίστρατος δεν κατέλυσε τους θεσμούς. Αντίθετα σεβάστηκε τους νόμους του Σόλωνα, διατήρησε τον υπάρχοντα διοικητικό μηχανισμό της Αθήνας, αλλά φρόντισε να τοποθετήσει σε όλες τις θέσεις-κλειδιά ανθρώπους της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Για να διασφαλίσει το καθεστώς του από τους αντιφρονούντες ο Πεισίστρατος πήρε ομήρους μερικούς νέους από αριστοκρατικές οικογένειες και τους έστειλε στη Νάξο, στον Λύγδαμη, και εξόρισε όσους αρνήθηκαν να συμβιβαστούν.



***