τηγανιές και μπουγιουρντί, Τερκενλήδες και φτερωτοί γιατροί, ερωτισμός βαθύς,



Τοπίο στην ομίχλη. Χαρά σε αστικό περιβάλλον.
Χύμα σεξ στο ασανσέρ.
Η φωτογραφία του εμβρύου στα σκουπίδια. Ήττα.

Απογευματάκι καλοκαίρι.
Πυροσβεστική.
Τα χέρια δεν ξεκολλάνε και δεν κρατιούνται.
Ταλαντεύονται συγχρονισμένα με το βηματισμό.

Κατεύθυνση θάλασσα.

Το πρώτο δώρο, μια ζυπ-κυλότ με σκοτσέζικο ύφασμα. Απ’ το μαγαζί στη στοά.
Το τελευταίο δώρο, δαχτυλίδι. Πωλητής κοσμημάτων faux ο έρωτας.
Διάθεση για έλεγχο. Καμία πίστη.
Μόνο ένα πάθος, όχι για μένα, γι’ αυτό που πρέπει να ξεπεράσεις.



υγ.για την Θεσσαλονίκη του Φεστιβάλ.
τηγανιές και μπουγιουρντί, Τερκενλήδες και φτερωτοί γιατροί, ερωτισμός βαθύς,
η Μητροπόλεως ήταν χωματόδρομος και οι φίλοι μου ετρωγαν παγωτά στην Ωραία,
εκείνη επαιρνε το τραίνο και πήγαινε οπουδήποτε (αρκει που έφευγε) μετά απο μερικές ώρες γύριζε ανανεωμένη.
Ο κολλητός μου την ονόμασε πρωτεύουσα της μοιχείας.
Θα ξαναπάω την Παρασκευή.Μακάρι να παίζει ο ΠΑΟΚ στην Τούμπα.

η φωτογραφία

.

Μπορεί να κατέχω το ιδιαίτερο ταλέντο να με θεωρούν ταλαντούχο

Αυτοί που διαθέτουν σωστή στις αναλογίες ψυχολογία και αισθάνονται βαθιά συμπάθεια για πρόσωπα και καταστάσεις που τους συμφέρουν, έχουν στη ζωή τους περισσότερες επιτυχίες απ' τους ψυχρούς συμφεροντολόγους.
Ομως εγώ δεν ξέρω τι με συμφέρει. Πάντα το μπέρδευα μ' αυτό που μ' ενδιαφέρει.



Ούτε και κάτι σημαντικό έχω καταφέρει ως τώρα.
Δεν κατάφερα να γίνω ούτε ποιητής, ούτε ένας από τους
απογοητευμένους που πιστεύουν στο χρήμα και την
εξουσία Αν και είχα για όλα προδιάθεση.
Υπάρχει κάτι μέσα μου που δεν θέλει να μείνει πουθενά,
αυτή η γελοία σταγόνα εγώ που αρνείται να δώσει τη
φωτιά της.
Κατά καιρούς νιώθω προικισμένος μ' ένα ταλέντο για το
οποίο προς το παρόν δεν υπάρχει στόχος.
Μπορεί να κατέχω το ιδιαίτερο ταλέντο να με θεωρούν ταλαντούχο.


Αυτό δεν με αγχώνει, στην εποχή μας αναπτύσσονται ταλέντα που παλιότερα δεν έπαιρναν καθόλου μέρος στη δημόσια ζωή. Μία νέα ικανότητα συμπεθεριάσματος αναδεικνύει νέα πρόσωπα και νέες ιδέες.
Έχει ανακατευθεί φυσικά λίγο παραπάνω απ' όσο έπρεπε η αυταπάτη με την αλήθεια, το πνεύμα βολέματος με τη σημασία. Όμως αυτό δεν είναι ανησυχητικό. Καθόλου. Υπάρχει πρόοδος, παντού υπάρχει πρόοδος-
και προοδευτικοί...πολιτικοί, καλλιτέχνες, ψηφοφόροι, τραπεζίτες, καταναλωτές
και προοδευτικές...εκπομπές,τοποθετήσεις, στάσεις ζωής,
νοοτροπίες , συμπεριφορές, δυναμικές, επιχερήσεις, προοπτικές-
Ολα σημαίνουν πρόοδο.

υγ. Είμαι προοδευτικός και είμαι καλά!



.

Τριάντα - Τριάντα

ΠΙΕΡ: Όταν σε γνώρισα αισθάνθηκα τυχερός. Δεν σκέφτηκα ότι με λίγες αλλαγές στο μέλλον θα τα πηγαίναμε καλύτερα.
ΛΟΥΚΙΑ: Κι εγώ το ίδιο.
ΠΙΕΡ: Τότε γιατί γκρινιάζεις;
ΛΟΥΚΙΑ: Γκρινιάζω γιατί τρομάζω να με βλέπω να πετάγομαι σαν ελατήριο μόλις με πλησιάζεις. Δεν θέλω να ερχόμαστε σ’ επαφή. Έρχεσαι στον καναπέ και φεύγω, πάω αλλού. Κάτι μου φταίει.
ΠΙΕΡ: Τι;
ΛΟΥΚΙΑ: Δεν νοιώθω ασφάλεια, δεν γνωρίζω ανθρώπους που ορίζουν καταστάσεις που δίνουν δουλειές που σε κάνουν να νοιώθεις ότι ανήκεις κάπου.
ΠΙΕΡ: Πού θες ν’ ανήκεις;
ΛΟΥΚΙΑ: Στους ζωντανούς.
ΠΙΕΡ: Και οι φίλοι μας τι είναι;
ΛΟΥΚΙΑ: Ζόμπι. Πίνουν, καπνίζουν, γαμιούνται και διαμαρτύρονται αόριστα. Καταγράφουν διαχρονικές κακοτοπιές και φορτώνουν την ανικανότητά τους στους άλλους. Χωρίς να κάνουν κάτι για ν’ αλλάξουν τις συνθήκες της ζωής τους.
ΠΙΕΡ: Τι να κάνουν δηλαδή, να βγούνε στους δρόμους να σπάσουν βιτρίνες;
ΛΟΥΚΙΑ: Έχεις τρελαθεί; Ποτέ δεν σκέφτηκα κάτι τέτοιο. Για την προσαρμοστικότητα που πρέπει να επιδείξουν και που στερούνται ολοκληρωτικά μιλάω. Για τις δουλειές που γίνονται και δεν λαμβάνουν μέρος μιλάω. Για τα λεφτά που τρώγονται μόνο επειδή υπάρχουν και όχι γιατί τα βγάζουν, γι’ αυτό μιλάω.
ΠΙΕΡ: Δεν έχουν όλοι έτοιμα χρήματα. Πολλοί δουλεύουν, τιμωρούνται δηλαδή.Μετά προσπαθούν να τους μείνει και λίγος χρόνος ν΄ ασχοληθούν με τον εαυτό τους, εκτός κι αν αυτό δεν επιτρέπεται επειδή σε κάνει να χάνεις χρόνο απ’ την καριέρα σου.
ΛΟΥΚΙΑ Ποιοι δουλεύουν; Και τι δουλειά κάνουν; Ποιες προοπτικές υπάρχουν και δεν μιλάω για τους φίλους σου γιατί αυτοί δικοί σου είναι, κάνε ότι θέλεις. Για μας μιλάω.
ΠΙΕΡ: Εγώ δουλεύω και βγάζω όσα μπορώ.
ΛΟΥΚΙΑ:Μόνο που δεν φτάνουν.
ΠΙΕΡ: Κι εμένα μ’ αρέσει η άνεση που δίνουν τα λεφτά, κυρίως, όμως, πιστεύω πως το επάγγελμα που ασκώ πρέπει να με κάνει χαρούμενο. Πρέπει να είναι μια δραστηριότητα που να ταιριάζει στον χαρακτήρα μου. Έτσι που να μην καταλαβαίνω ότι δουλεύω. Δουλειά και ζωή να γίνουν το ίδιο πράγμα για μένα.
ΛΟΥΚΙΑ:Θέλω να πηγαίνεις κι εσύ στο σούπερ μάρκετ. Δεν θέλω να είμαι η υπεύθυνη για το φαΐ του σπιτιού.
ΠΙΕΡ: Δεν σε θεωρώ υπεύθυνη.
ΛΟΥΚΙΑ: Ναι, αλλά πηγαίνω συνέχεια εγώ.
ΠΙΕΡ: Επειδή θέλεις, όχι επειδή το επιβάλλω.
ΛΟΥΚΙΑ:Ναι, αλλά κάποιος πρέπει να πάει γιατί αλλιώς δεν θα ’χουμε τίποτα στο ψυγείο.
ΠΙΕΡ: Κάποιος πρέπει να πηγαίνει απ’ ότι φαίνεται γιατί πάντα υπάρχει κάτι.
ΛΟΥΚΙΑ:Ναι, αλλά αυτή είμαι πάντα εγώ.
ΠΙΕΡ: Αυτό δεν είναι κακό.
ΛΟΥΚΙΑ:Για σένα φυσικά δεν είναι. Για μένα, όμως, είναι.
ΠΙΕΡ: Ε, τότε μην το κάνεις.
ΛΟΥΚΙΑ: Με κοροϊδεύεις;
ΠΙΕΡ: Εσύ μ’ ακούς, ή μόνο μιλάς;
ΛΟΥΚΙΑ: Αν δεν πάω, σε μία βδομάδα δεν θα υπάρχει τίποτε.
ΠΙΕΡ: Αν δεν υπάρχει τίποτα στο ψυγείο, θα πάμε ν’ αγοράσουμε.
ΛΟΥΚΙΑ: Εγώ θα πάω ν’ αγοράσω.
ΠΙΕΡ: Πού το ξέρεις, μπορεί να σε προλάβω.
ΛΟΥΚΙΑ: Αν μπορούσες θα το είχες κάνει.
ΠΙΕΡ: Οκ, δεν μπορώ, είσαι πολύ γρήγορη. Χάρισμά σου το σούπερ μάρκετ.
ΛΟΥΚΙΑ: Τώρα χρειάζεται γιατρός.
ΠΙΕΡ: Συμφωνώ με τη δεσποινίδα, ότι χρειάζεται γιατρός. Προφανώς υπό μορφή γαμπρού. Ή σε σιρόπι; Για μια υπέροχη αίσθηση μόνιμης ασφάλειας.
ΛΟΥΚΙΑ: Φαίνεται πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε.
ΠΙΕΡ: Φαίνεται μόνο ότι μπορείς να δεις.
ΛΟΥΚΙΑ: Σωστό. Και ξέρεις τι βλέπω; Ότι δεν είσαι βλάκας, καλοπερασάκιας είσαι, εγώ είμαι το ζώο που κάθομαι και καθαρίζω και σιδερώνω σεντόνια και πουκάμισα.
ΠΙΕΡ: Κι εγώ καθαρίζω κι έβαψα και το σπίτι.
ΛΟΥΚΙΑ: Κι εγώ έβαψα.
ΠΙΕΡ: Ναι; Κι εγώ καθαρίζω.
ΛΟΥΚΙΑ: Πότε, μια φορά το χρόνο;
ΠΙΕΡ: Πέντε μήνες μένουμε μαζί, ολόκληρο χρόνο τι τον ανακατεύεις; έχω καθαρίσει 6 φορές αυτούς τους 5 μήνες. Αν έκανες κι εσύ άλλες έξι θα’ χαμε δώδεκα φορές στις 150 μέρες δηλαδή ένα καθάρισμα κάθε 12 μέρες. Καλά είναι, τα άλλα είναι μικροφοβία.
ΛΟΥΚΙΑ: Είμαι η βασίλισσα του vetex. Συνέχεια βγάζω τις δαχτυλιές σου από τις πόρτες.
ΠΙΕΡ: Να μην τις βγάζεις. Άμα μαζευτούν πολλές θα τις βάψω τις πόρτες. Όσο για το σίδερο, μη σιδερώνεις. Ποτέ μου δεν κατάλαβα το νόημα του σιδερώματος. Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι που δεν σιδερώναμε ούτε τα βρακιά, ούτε τα μακό, ούτε τις πετσέτες και τα σεντόνια.
ΛΟΥΚΙΑ: Μαλακίες. Και τα σεντόνια αν θες να μάθεις τα σιδερώνουμε για τα μικρόβια, όχι για ομορφιά.
ΠΙΕΡ: Τότε να σιδερώνεις τη μεριά σου.
ΛΟΥΚΙΑ: Είσαι γελοίος, ψευτοχαριτωμένος.
ΠΙΕΡ: Κι εσύ ν’ αγοράσεις ένα σημαιάκι που να το σηκώνεις όποτε θέλεις να σε πλησιάζω. Αλλιώς καταντά παράλογη η απαίτηση να ξέρω πότε θες και πότε όχι.
ΛΟΥΚΙΑ: Θα πάμε το βράδυ στα παιδιά;
ΠΙΕΡ: Ποια παιδιά, τα ζόμπι εννοείς.
ΛΟΥΚΙΑ: Μαλακίες. Έτσι το ’πα.
ΠΙΕΡ: Δεν ξέρω. Λες να μπορέσουμε να κλείσουμε καμιά δουλίτσα; Βλέπεις το Κώστα ή τη Χαρά ή τη Μαρία ικανούς για εσωτερική πληροφόρηση σε κάποιο έργο φιλέτο;
ΛΟΥΚΙΑ΄Εισαι κομπλεξικός.
ΠΙΕΡ: Είναι αλήθεια. Δεν ήμουν, όμως από πάντα. Η ζωή με κάνει μέρα με τη μέρα.

Παπαρούνες με Καρπούζι


Προσπαθούσε να μην κάνει θόρυβο, να μην αφήσει σταγόνα να γκρεμιστεί στο νεροχύτη. Κατέβασε το νερό μονορούφι σα να 'θελε να παρασύρει ένα κοιμητήρι από το στόμα της. Σέρνοντας τα παράπονα σαν παιδικό τρενάκι, βγήκε πάλι στο κατόπι για το κρεβάτι της.
Σκέφτηκε ότι ακόμη και το ψέμα θα μπορούσε να καλοδεχτεί αν ήταν να της ρουφήξει την θλίψη. Θα ήθελε να βρει μια δίνη στο κρεβάτι της να την κλειδώσει στο βυθό μακριά από τα λάθη της. Έτσι θα έβρισκε ξανά την ζωή της. Τώρα πονούσε γιατί το στεγνό της κορμί θυμόταν την όψη του πάθους. Ανέβασε πυρετό, το πρόσωπο της ένοιωσε το μαξιλάρι υγρό.
Μέσα σε δέος συνάντησε την ψυχή της, κανείς τους δεν μίλησε ίσως δεν ήξεραν πως ν΄ αρχίσουν, μα δεν δοκίμασαν κιόλας.
Η ψυχή της κυλούσε ήμερη στα μαγουλά της σαν κουτάβι που θηλάζει αναγκάζοντας τα λάθη να μένουν μακριά. Μέθυσαν μαζί, έπαιζαν με το σταυρό που κουβαλούσε σαν με παιχνίδι που ανήκε σε άλλο παιδάκι, και χάθηκαν μέσα στην νύχτα.
Ανάσες λίκνιζαν με ορμή το αστέρι της όσο τα μάτια της ήταν κλειστά, η φωτιά είχε ανάψει
για τα καλά , η πίεση ανέβαινε είχε ξεπεράσει τα 15bar, το στόμιο δάκρυζε, το υγρό κατέβαινε και μοσχοβολούσε όταν ξετρελαμένη άνοιξε τα μάτια της είδε την Κυριακή λαμπερή αεράτη και την άσπρη κρέμα στο μικρό φλιτζάνι του καφέ να περιμένει το κουταλάκι με την ζάχαρη.

υγ.υπάρχει και σε ποίημα

.

χρησιμοποιώντας την ανάμνηση που είναι μόνο ένας , αν και από τους σπουδαιότερους τρόπους σκέψης.

"Και βλέπω τις κεραίες στις ταράτσες
σαν σταυρούς, σαν χέρια ανοιχτά,
επίκληση βοήθειας γι αυτόν που κείτεται από κάτω.
Σιχαίνομαι την Πλατεία Βικτορίας.
Κατεβαίνεις στο σταθμό που μοιάζει με το πιο βρώμικο μπάνιο.
Ποιος μάγκας σκαρφίστηκε αυτό το θυμωμένο γαλάζιο για πλακάκι;
Αφού το θέλανε να θυμίζει λουτρό, ας προσέθεταν πλακάκια με δελφίνια,
να έβλεπα κι εγώ τις σύριγγες των θλιμμένων παιδιών για φύκια και βότσαλα.
"

Τα θλιμμένα παιδιά όμως αγνοούν ότι

"η χαρά είναι ένα δώρο που δεν ζυγίζεται με μέτρο τι έχεις χάσει."

Έστειλα στον διάολο τον ορθολογισμό μου

"Μπούκωσα κι άφησα το δάκρυ να κατηφορίσει στο μάγουλο και να αρπαχτεί απ’ το χείλι, για να το πιω• να το χορτάσω."

Μπουκωμένος έγραφα το δικό μου

Και αυτό με την κοκαΐνη, ναι, μάστιγα.
Ρουφάω Ρουφάς Συνέχεια, μέχρι ν’ αλλάξεις μύτη.
Στόχος ενόψει. Τον έχω.

Ο πρώτος των πρώτων είχε διπλώσει ,το σώμα του είχε διπλώσει,

το κεφάλι του κρεμόταν παράξενα. Βρωμούσε.
Ποντίκια ζούσαν δίπλα του και σάπιζαν μαζί του .
Οι φλέβες του λαιμού τώρα απ΄ την αρρώστια,
ναι απ’ την αρρώστια .Σωστά, ναι.
Χόρευε ώρες.
Τα μάτια του γυάλιζαν περισσότερο απ’ τον ιδρώτα στο σώμα του,
τα τύμπανα του απορροφούσαν τα ντεσιμπέλ
Η κοιλάδα μέσα του αντηχούσε προαιώνιους ήχους
μαγικής γιορτής με σαύρες και πέτρες,
που άλλαζαν ξαφνικά σχήματα.
Τα σχήματα αλλοιώνονταν αναπάντεχα,
άλλες καμπύλες, άλλο μέτρο, άλλες γραμμές. Δεν υπήρχαν γωνίες.
Η καμπυλοειδής υπόφυση έχυνε.
Έχυνε σαν να ’χε βρει επιτέλους τον ρυθμό
που θ’ ανακούφιζε τον χορευτή οριστικά.

Σωστά. Στόχος εν όψει. Τον έχω.

Ναι, μάστιγα, μάστιγα.


ΥΓ Φαίνεται επιστρέφει ο ορθολογισμός μου-Αυτά τα γαλάζια πλακάκια στην Βικτόρια ουδέποτε με ενόχλησαν, αντιθέτως ήταν και είναι κάτι σαν σήμα ότι ακολουθούν τα πορτοκαλί πλακάκια στην Ομόνοια και το κενό μεταξύ συρμού και αμαξοστοιχίας στο Μοναστηράκι.

.

Επικοινωνία, φίλε μου . Επικοινωνία, πολύ σπουδαίο, όταν υπάρχει αγαπάς. Μπορεί επειδή αγαπάς τον εαυτό σου και τον βλέπεις στο κεφάλι ενός άλλου.

Ο μπάρμαν γυάλιζε τα ποτήρια πίσω από τον πάγκο παρακολουθώντας τους.
Εκείνη έκλαιγε και μιλούσε
«Δεν τον αγαπώ. Δεν μ’ έκανε ούτε στιγμή να ξεχάσω ότι πρέπει ν’ αναπνέω για να ζήσω .»
Αυτό το είπε μετά την γνωριμία και το φλερτ, λίγο πριν το sex.
Την θαύμασε, γοητεύτηκε από την αμεσότητα.
Τι να έλεγε; Ήξερε πως είχαν προηγηθεί πάθος, πόνος, καυγάδες, αγανάκτηση, αποδοχή
και διάλυση….Αρκεί να μην πληρώσω την κηδεία, σκέφτηκε και βάλθηκε να βοηθήσει,
όπως μπορούσε
«Δεν υπάρχει, καλή μου, πόνος μεγαλύτερος απ’ αυτόν που νιώθεις
όταν μιλάς για τον άντρα σου μ’ έναν άλλον » ξεστόμισε.
Εκείνη γαλήνεψε. Ήξερε ότι όλα θα πήγαιναν καλά, ότι θα την καταλάβαινε και στο μέλλον.
«εσύ... πως είσαι; » τον ρώτησε
«το μόνο που θέλω είναι να ξαπλώσω στο γρασίδι, να γυρίσω ταπεινά στη φύση
σαν πεταμένο παπούτσι
» ήταν η απάντηση.
Και τον αγάπησε, γιατί την έκανε να γελάσει.

Επικοινωνία, φίλε μου . Επικοινωνία, πολύ σπουδαίο, όταν υπάρχει αγαπάς. Μπορεί επειδή αγαπάς τον εαυτό σου και τον βλέπεις στο κεφάλι ενός άλλου, αλλά ότι και να συμβαίνει, όταν επικοινωνείς είναι ωραία.


Υγ. Αναφέρομαι στην καθαρή επικοινωνία-oxι την χαζοχαρούμενη που προτείνει η εταιρία
με τις (Ξεχασμένες ;) Υποκλοπές.

.