Πετάω τα ξημερώματα με πρώτο προορισμό το Τόκιο.

Το φως στο μαγαζί άλλαξε.«Να σου φτιάξω ποτό;» τον ρώτησε ο μπάρμαν. «Φέρε μια μπύρα καλύτερα» απάντησε εκείνος. Ο μπάρμαν του έδωσε την μπύρα λέγοντας «Τα συναισθήματα πρέπει να διαφυλάσσονται. Αν κινδυνεύσει ένα σπάνιο συναίσθημα είμαι πρόθυμος να πάω στην άλλη άκρη του κόσμου για να το προστατεύσω.»- Τι είπες ότι έκανες πριν γίνεις μπάρμαν;- Δούλευα στην εφορία.- Γιατί έφυγες;-Συνάντησα την κρεολή. Με χρειάστηκε. Η κρεολή καλλονή με χρειάστηκε. Το αριστούργημα του πλανήτη. Είχε δημιουργηθεί μόνο από συναίσθημα. Από τίποτε άλλο. Για αυτό είχε την καθολική μου αποδοχή. Την βοήθησα να πλαστογραφήσει κάτι, μετά είχα τύψεις. Δεν θα με έπιαναν αλλά δεν θα μπορούσα να είμαι όπως πριν. Πρόσεξε με. Δύο άνθρωποι, ο ένας απ’ το βόρειο ημισφαίριο κι ο άλλος απ’ το νότιο.Γνωρίζονται. Αυτός δεν έχει χωρίσει με την πρώην, αλλά ούτε και γυρίζει ποτέ πίσω.Μένει στο νησί και σπέρνει την κρεολή. Η νησιώτισσα τίκτει και βγάζει το πλάσμα. Όταν το πλάσμα γίνεται είκοσι χρονών. Ο πατέρας της πεθαίνει και της αφήνει ένα καφενείο και το κτήμα στη θάλασσα με το σπιτάκι που μεγάλωσε. Τότε έρχεται η πρώην και θέλει να τα πάρει εκείνη γιατί έχει υποφέρει, λέει πολύ. Δεν το άφησα να γίνει. Κι η μικρή τι θα γινόταν, πουτάνα, για να δικαιωθεί η πρώην του πατέρα της; Ούτε παιδιά υπήρχαν, τίποτε,ήθελε να χαλάσει τη ζωή αυτού του άνθους, επειδή ο σύζυγος έφυγε για τσιγάρα και δεν γύρισε ποτέ. Φαντάζεσαι; αδιαφορείς για κάποια τόσο που ούτε διαζύγιο δεν θέλεις να ζητήσεις. Αγαπάς κάποια τόσο που δεν το κουνάς ρούπι από κοντά της ,σπέρνεις το πλάσμα,το βλέπεις να μεγαλώνει και να σου λύνει όλες τις απορίες για το μυστήριο της ζωής και δεν προλαβαίνεις να πάθεις το γαμημένο το δυστύχημα και βλέπεις από τον ουρανό την τρελή,την πρώην, να θέλει να καταστρέψει το δημιούργημά σου. Ε, δεν το αντέχεις. Μπαίνεις στο κεφάλι ενός εφοριακού και τον αναγκάζεις να βοηθήσει. Με βρίσκεις μελό;
-Τι να σου πω… Του την έπεσε του Ρόμπερτ προχθές μια πιτσιρίκα – τα μισά του χρόνια – και δεν την πήδηξε. Της έπιασε λίγο τον κώλο πάνω απ’ το καλσόν και σταμάτησε. Σκεφτόταν ότι δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει, ότι θα έκανε μαλακία αν συνέχιζε.- Αν την πηδούσε πρώτα, και το σκεφτόταν μετά;- Αυτό ακριβώς είναι το θέμα. Τώρα πια δεν θέλει να σκέφτεται τη μαλακία που έκανε αφού την έχει κάνει. Θέλει να το σκέφτεται πριν και να το προλαβαίνει. Αλλιώς νομίζει… ότι...- Θες άλλη μία μπύρα;- Φέρε άλλη μία μπύρα .- Τη Μαίρη τη βλέπεις;- Όχι, δεν υπάρχει λόγος.- Τέλος;- Τη μικρή... την ξανάδε ο Ρόμπερτ, έφαγαν μαζί... Του είπε ότι έχει πάει μ’ αμέτρητους.- Αμέτρητους; Δηλαδή;- Αυτό είπε. Αμέτρητους. Δηλαδή δεν μετριούνται. Είναι είκοσι δύο χρονών και δεν μπορούσε να μετρήσει τους εραστές της. Του είπε επίσης ότι είναι παρορμητική, μίλησε λίγο παραπάνω για μια συγκεκριμένη, καλή σχέση, που κράτησε ένα χρόνο και που στο τέλος την έπνιγε, και τις άλλες τις ονόμασε one night stands. Κανονικά θα έπρεπε να της πει ότι όλα τα one night stands τα βλέπει σαν μία προσπάθεια επικοινωνίας με τους άλλους. Αλλά δεν τον άφησα να της το πει .- Γιατί να το πει, τρελός είσαι; Ας’ το. Θα βρει το δρόμο της. Η δουλειά;- Η δουλειά. Ξέρεις… Δεν φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα αλλά δεν νιώθω και ελεύθερος.- Πες κανένα κομμάτι, τον γουστάρω τον Ρόμπερτ, ακόμη θυμάμαι τι είπε στο «Μυστηριώδη τόπο».- Ναι, καλό ήταν. Θα ’πρεπε να το έχω τελειώσει.- Αυτό σου λέω. Όταν κάποιος αρχίζει έτσι, πρέπει να τα τελειώνει κιόλας. Αυτή έπαιζε μουσική. Αυτός την είδε. Και στα λουλούδια που της έστειλε, έγραψε « Όταν μια γυναίκα ανοίγει τα πόδια της, έχει τους λόγους της. Όταν, όμως, ανοίξατε τα δικά σας και είδα ανάμεσά τους το βιολοντσέλο σας, με συνεπήρε, αν όχι το όραμα, τουλάχιστον μία απ’ τις όψεις του.»- Έτσι ήταν; Δεν θυμάμαι. - Έτσι ήταν θυμάμαι εγώ. Και εκείνη απάντησε «Εύχομαι να ζήσετε, αν όχι όλες, τουλάχιστον κι άλλες απ’ τις όψεις του. Χωρίς το όραμα η ψυχή μας κολλάει στη λύπη. Δεν μπορεί να ταξιδέψει στους ουρανούς. Πετάω τα ξημερώματα με πρώτο προορισμό το Τόκιο.» Κι αργότερα ήταν καλό, όταν, τρώγοντας στην Οζάκα, ο Ρόμπερτ νιώθει σαν τον Δον Ζουάν την ώρα που συνειδητοποιεί ότι οι κατακτήσεις του ματαιώνουν την οριστική κατάκτηση. Υπερνικά στύση, έλξη και εθισμό και .. της ζητά να του δοθεί μόνο αν νιώθει ότι μπορούν ν’ αγαπηθούν απελπισμένα χωρίς ελπίδα για κάτι άλλο. Κι ενώ τα δάκρυα τρέχουν ανεξέλεγκτα, ο καταξιωμένος Ιάπωνας γλύπτης απ’ το παραδιπλανό τραπέζι, σηκώνει ελαφρά από το πιάτο του τα γεμάτα ευγένεια μάτια του, συλλαμβάνει τη στιγμή και την κάνει γλυπτό.


6 σχόλια:

παπαρούνα είπε...

έχω μια τάση να υπογραμμίζω τις φράσεις που μου αρέσουν.
σε διάβαζα κι έψαχνα το μολύβι μου.


Στο Τόκιο, μη χαθείτε στη μετάφραση.

Ποια δόση συναισθήματος είναι κατάλληλη προς επιβίωση και τέρψη;

ΨουΞ είπε...

παπαρούνα @
φοβερή ταινία για καναπέ-μαξιλάρι.

νομίζω την υπερβολική..δόση πρέπει να την αποφεύγουμε.

ξαναγυρίζω στην ταινία
-φοβερό ζευγάρι-

υγ βρες μολύβι

elafini είπε...

Ανατολίτικο άρωμα κι εδώ...μου θύμισες λίγο και την άλλη ταινία "2046"...

η γραφή σου συναρπαστική...

Καλημέρα :)

ΨουΞ είπε...

ελαφινι
ευχαριστώ πολύ-ένα τέτοιο σχόλιο από κάποια που καταφέρνει να συνδυάζει fluxus ποστ και σχόλια ...για τον Αμανατίδη!!

είναι η χαρά του blogger...

ΨουΞ είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
elafini είπε...

!!!!!
δεν θα ήταν μονότονο αν δεν ήταν έτσι?

χοροπηδηχτή καλημέρα :)