Το ανικανοποίητο συλλογικό πεπρωμένο προελαύνει στα μουλωχτά

Είχαν γίνει τέρατα. Μάχες. Σώμα με σώμα, χέρι με στόμα. Αίμα δεν είχε.
Κερατώματα. Κρεβατώματα. Μούτρα και γέλια. ΓΕΛΙΑ απ’ αυτά
που δένουν μαζί τους το όνειρο.


εκείνη ομως του ειπε

'' Δεν υπάρχει ερωτική σχέση, μην ανησυχείς. Υπάρχει, ίσως, μία ερωτική κατάσταση, αυτό είν’ όλο. .Μου εμπνέει σκέψεις αυτός ο άνθρωπος; Ναι, μου εμπνέει. Μιλάω ανοιχτά γι αυτές τις σκέψεις; Ναι, μιλάω ανοιχτά. Αλλά ερωτική σχέση με την έννοια των ιδρωμένων κορμιών στο κρεβάτι δεν υπάρχει.
Γιατί δεν απαντάς; Δεν το καταλαβαίνω. Αυτό είναι δικαίωμά σου, φυσικά, αλλά εγώ διεκδικώ, η πραγματικά ερωτική σχέση, αυτή που’ χω μαζί σου, να φτάσει σ’ ένα τέτοιο συναισθηματικό ύψος που να μην υπάρχει χώρος για το ψέμα. Θέλω να καταστήσω το ψέμα αδύνατο. Πίστεψέ με, το κεράτωμα μου φαίνεται υπερβολικά απλή λύση. Είναι δυνατόν να λυθεί το πρόβλημα της σχέσης μας μ’ ένα κεράτωμα; Επ’ ουδενί.
Κάνεις το λάθος όλων των αντρών. Με μεταχειρίζεσαι όχι σαν άτομο με ίσα δικαιώματα, αλλά σαν το συμπλήρωμά σου. Κι ύστερα απογοητεύεσαι. Έχεις σκεφτεί ποτέ, μήπως ο δρόμος για μια πληρέστερη ερωτική ζωή περνά μέσα από μία σκληρότερη αυτόδιαπαιδαγώγηση; Στο κάτω – κάτω, είτε στο γιατρό μου το πω, είτε μέσα μου το κρατήσω, για ένα πράγμα αναρωτιέμαι. Είναι δυνατόν να λυθεί το πρόβλημα του έρωτα
με γάμο, ή με διαζύγιο; ''


τότε εκείνος της απάντησε

'' Όχι, δεν είναι. Κι εγώ έτσι πιστεύω. Μόνο που διεγείρομαι διαφορετικά.
Εγώ βλέπω στο δρόμο έναν ωραίο κώλο μέσα σ’ ένα στενό παντελόνι,
ένα γενναίο στήθος μέσα σ’ ένα τεντωμένο πουκάμισο και μέσα μου αναβλύζει ευγνωμοσύνη. Θέλω ν’ ανταποδώσω μεγαλόψυχα το καλό που μου γίνεται.
Θέλω να συγχαρώ το ανθρώπινο σώμα για την προσπάθεια που κάνει να νικήσει την βαρύτητα της ζωής, καταλαβαίνεις τι εννοώ.
Ίσως φταίει η διαταραγμένη πολυαδενική μου ισορροπία. Ορισμένοι αδένες επιδρούν στο αίμα μου και με την διεγερτική τους δράση διαμορφώνουν την ιδιοσυγκρασία μου.
Φοβάμαι ότι αγαπάω τον πούτσο μου περισσότερο από μένα. Ποιος είμαι εγώ, όμως, και ποιος είναι ο πούτσος μου, σκέφτομαι, γιατί όντως αν με τον πούτσο μου και τις δραστηριότητές του εννοούμε έναν μηχανισμό εκτόνωσης ασυνείδητων πιέσεων, ή
τις εφαρμογές μιας αντίληψης που προέρχεται από υποσυνείδητη διαλεκτική,
τότε τα πράγματα αλλάζουν, ΞΕΚΑΘΑΡΙΖΟΥΝ,
τότε ολόκληρη την Ζωή μου όλη την χαρακτηρίζει η έλλειψη πλαισίου,
δεν υπάρχει χώρος για να διαφυλάξω τις δυνατότητές μου,
δεν μπορώ να επισημοποιήσω την δυναμική τους.
Έλλειψη πλαισίου ίσον έλλειψη ωρών για εργασία, άρα … υποβάθμ..."



εκείνη τον διέκοψε

''εχω ημικρανία με συγχωρείς.''





Στη ζωή συνήθως δεν είμαστε ερωτευμένοι. Δεν τον αντέχουμε τον έρωτα. Είναι μια κατάσταση μεταφυσική. Προτιμάμε να ζούμε τόσο όσο μπορούμε να διαχειριστούμε εκ του ασφαλούς. Σιχαινόμαστε τις διαψευσμένες προσδοκίες. Ομως παρ' οτι δεν αμφιβάλουμε για το θνησιγενές του, ελπίζουμε στον καινούργιο, που θα ’ναι ο «μοιραίος». ΜΟΙΡΑΙΟΣ, δηλαδή στην καλύτερη των περιπτώσεων θα έχει μακρινή ημερομηνία λήξης.




Η ΠΟΥΤΑΝΑ


Μερικές φορές η αναστάτωση με κάνει να νιώθω σαν πουτάνα, σε μπουρδέλο.
Όταν με διαλέγουν οι πελάτες -ιδιαίτερα οι καλοί πελάτες-
όλα είναι όμορφα και καλώς καμωμένα.
Δεν έχω αναστολές, δεν σκέφτομαι τίποτα. Παράγω έργο.
Σκύβω και αρπάζω, καταπίνω και δεν φτύνω. Παράγω έργο.
Το δέρμα μου ροδίζει – φρεσκάρω, δροσίζω. Αναδύω την αύρα της ζωτικότητας.
Πουτάνα η μυροβλήτισα. Η επιτυχημένη. Ολόφρεσκοι χυμοί κυλάνε μέσα μου,
οι αδένες εκρύουν τα καλύτερά τους. Χημικές αντιδράσεις - όλες προς όφελός μου-
ασημώνουν τις ρυτίδες μου. Τα ματόκλαδά μου μοιράζουν χρυσόσκονη.
Όλοι με θέλουν για παρέα. Όλοι θέλουν να επικοινωνήσουν μαζί μου.
Φαντάζονται πως πουθενά δεν θα ξεφορτώσουν καλύτερα.
Καμιά φορά αναγκάζομαι να κλείσω το τηλέφωνο ,για λίγο.
Στην γιορτή μου βάζω τηλεφωνητή Κι όταν δεν χωράει άλλα μηνύματα τον μηδενίζω,
μετά απαντώ στις καλύτερες ευχές, ευχαριστώ το σύμπαν και εμένα που το άξιζα,
γιατί ξεκίνησα χωρίς συμμάχους ,ισχυρούς συμμάχους, εννοώ.
Είχα τους συμφοιτητές μου. Όμως εγώ και οι συμφοιτητές μου
βλέπαμε τα τζάκια μόνο στις γιορτές. Πού να φανταστούμε
τα σούσι και τα τάι.Ακόμα κι η ταβέρνα της γειτονιάς φαινόταν απλησίαστη.
Τώρα, όταν με προτιμούν οι πελάτες βλέπω ένα τσιγκάκι μπύρα
και σκέφτομαι ανακύκλωση.
Καμιά φορά… στα ρόδινα, όταν είμαι στα πάνω μου, μοιράζω παιχνίδι και στις νεότερες.
Τις χωρίζω– κάτω των 20, έως 25, γύρω στα 30. Η επαγγελματική ζωή μιας πουτάνας
είναι περιορισμένη,τελειώνει γρήγορα. Σαν του ποδοσφαιριστή και χειρότερα.
μετά τα 40 τελειώνειτο θέατρο αρχίζει η όπερα.Αν δεν βρούμε στηρίγματα, αν δεν δημιουργήσουμε.
. – μια μόχλευση να το πεις – προς όφελός μας καιγόμαστε γρήγορα. Αρχίζουμε να μην αρέσουμε,
δεν μας διαλέγουν οι πελάτες.
Όταν δεν με διαλέγουν αλλάζω στάσεις. Στο κρεβάτι τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ, ιδρώνω
κουλουριάζομαι, αδειάζω το ψυγείο. Κάνω λάθος τηλεφωνήματα, κοιμάμαι βαριά,
ξυπνάω αργά ή χαράματα. Χάνω την γεύση μου

Αποφεύγω τους καθρέφτες , τα δόντια μου κιτρινίζουν ,βγάζω παράξενους ήχους. Κάτι μου φταίει.
Όλα μου φταίνε.
Το υπαρξιακό μου συναντά την έπαρση της σημαίας κυματίζει στον ουρανό του μπουρδέλου
τροπαιοφόρο κι ετοιμοπόλεμο.

Υποδαυλίζει τα πάθη αυτών που συναντά, προπαγανδίζει μια ελεύθερη και δημιουργική ζωή,
θεωρεί την πορνεία κοινωνικό πρόβλημα.
Οι πελάτες δεν είναι εχθρικοί, δεν αντιπαραθέτουν. Μερικές φορές, μάλιστα, με χειροκροτούν,
δεν με προτιμούν όμως. Στην προσφορά μου απαντούν με άρνηση,
στην ποίησή μου με πρόζα. Αυτό με φοβίζει και κρύβομαι -
Κρύβομαι μέσα στην αοριστία της ποίησης και καταγγέλλω
θέλω να τινάξω το μπουρδέλο στον αέρα με ποίηση
χωρίς δημοσιεύσιμα στοιχεία χωρίς αποδείξεις.
Κι αυτό είναι το λάθος-ένα από τα λάθη.

Η Επανάληψη

Άντε πάλι.
Αυτό δεν πρέπει να το λες. Όταν κάνεις κάτι «πάλι» είναι επειδή το θες. Ούτε σοφία σου λείπει… Όχι, σοφία μπορεί να σου λείπει, συνήθως αυτό συμβαίνει, η σοφία λείπει. Μ’ έπιασε «πάλι»… Η επανάληψη αυτή είναι που με αναστατώνει, όταν όμως «κάνω κάτι πάλι» είναι επειδή το θέλω, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Επιλέγω να προσπαθήσω να «κάνω κάτι πάλι» γιατί είναι το καλύτερο που έχω να κάνω. Είναι το πρέπον, το συμφέρον, αλλιώς δεν θα το έκανα.
Ωχ, κάτσε. Ξέχασα να σου πω ποιος είμαι και πού είμαι, την εικόνα που εσωκλείομαι. Ναι. Είμαι μια κουκουβάγια μικρή μέσα σε κούφωμα στον κορμό κάποιου δέντρου. Τα χρώματα απ’ τα φτερά μου συναντούν τα χρώματα του κορμού. Κορμός απ’ τη μια, φτέρωμα απ’ την άλλη, σε μία αυστηρή, σχεδόν μονοχρωματική ποικιλία τόνων.
Το ότι βρίσκομαι σε ακινησία και παρακολουθώ θα το εκλάβουμε ως κάτι θετικό, αφού λένε πως ό,τι κινείται, φθείρεται. Εγώ έτσι γλιτώνω από τη φθορά. Φθορά, βέβαια, σου προκαλούν και πράγματα που βλέπεις ή αντιλαμβάνεσαι, διαισθάνεσαι ή ακούς, αλλά αυτό το τελευταίο, όταν βρίσκεσαι σε ακινησία μέσα στο κούφωμα του κορμού ενός δέντρου ελαχιστοποιείται.


Η επανάληψη δεν κάνει αστεία. Μπορεί να βγάζει γέλιο, αλλά δεν ξέρει να κάνει αστεία. Παθαίνει ανασφάλεια με κάθε τι καινούργιο. Αυτός είναι ο λόγος που με αναστατώνει η επανάληψη. Περιφέρεται σαν τη Σαλώμη ζητώντας στο ασημένιο πιάτο της εγκεφάλους ανθρώπων αντάλλαγμα για τον χορό της, τρομάζει να περιμένει. Σπανίως σ’ αφήνει να την αναζητήσεις, απρόσκλητη και παρφουμαρισμένη σαν τρελαμένη γιαγιά μπουκάρει στο σπίτι σου κι αράζει στον καναπέ σου. Δεν μπορείς να την διώξεις. Σου εκμυστηρεύεται ότι θέλει να βάλει σκουλαρίκι στον αφαλό της. Δεν θέλεις να της απαντήσεις, να την αποφύγεις θέλεις, αλλά δεν γίνεται, πώς να αποφύγεις κάτι που έχεις αντιληφθεί, δεν γίνεται!
Επαναλαμβάνεται η επανάληψη και νυν και αεί, απλώνεται στο περίγυρό σου και κατακάθεται μπλαζέ και μουτρωμένη. Αλλά δεν φεύγει. Ακίνητη σαν τρισδιάστατη αγελάδα σε ευρωπαϊκή πλατεία σε κοιτάει, σε κοιτάει με το ίδιο βλέμμα, το πολυπολιτισμικό, σαν αστική δημοκρατία στα κέφια της, Περιμένεις να φύγει, αλλά δεν φεύγει. Γεμίζει τον περίγυρο ανία, τον μετατρέπει σε κουρασμένη αίθουσα αναμονής. Τότε τι γίνεται; Τι κάνεις; Παγώνεις ή λες «καλώς μου την».
Αυτοί που παγώνουν, έχω παρατηρήσει, περπατούν σιγά, σέρνουν λίγο το βήμα τους. Σκέφτονται πώς θα την αποφύγουν, πώς θ’ αποφύγουν την παγωμάρα της. Κάποτε και ξαφνικά νοιώθουν μια τάση, επιταχύνουν, ευελπιστώντας σ’ ένα κενό, κενό προπαγάνδας εννοώ, οραματίζονται ένα ρουφιάνο άγγελο που ανοίγει έναν καινούργιο χάρτη και την εξαφανίζει.
Οι άλλοι πιάνουν κουβέντα μαζί της, μιλούν τη γλώσσα της.
- Ναι.
- Μια χαρά concept.
- Ωραία.
- Job done.
- Μα μην ξεχνάς τις συνθήκες.
- Ναι και πολλά τους δόθηκαν.
- Κάτι τέτοιο θα μ’ ενδιέφερε.
- Ναι, πολύ.
Οι πρώτοι δεν βρίσκουν κενό. Κενό χώρο, χώρο χωρίς προπαγάνδα και επιστρέφουν στον προηγούμενο, νωχελικό ρυθμό τους με την ελπίδα πως κάτι θα σκεφτούν κι αυτό είναι το λάθος τους – ένα από τα λάθη τους. Απορροφημένοι απ’ τις σκέψεις τους χάνουν το ηθικό τους –μικραίνουν- ενοχοποιούνται. Αντί να ζήσουν το μεγαλείο μιας ένδοξης ήττας, τον ίλιγγο μιας γόνιμης πτώσης, μουδιάζουν, πληγώνονται και αναχωρούν.
Οι άλλοι συνεχίζουν. Έχουν τελειώσει με τα προκαταρκτικά ετοιμάζονται για τη διείσδυση, μυρίζουν το χαρτζιλίκι και την ανακούφιση, μιλούν για τομείς και ποσοστά, μιλούν για πολιτικές σε καίρια κοινωνικά ζητήματα. Επικοινωνούν με τον περίγυρο.
Χρήμα: το γενικό κοινωνικό ισοδύναμο.

Του Ντελίβερη του πιτσοφέροντος, του εν Ελλάδι σπουδάσαντος, με μία χείρα παπί οδηγήσαντος και εις κινητό με χαντσφρί ομιλήσαντος, ταυτοχρόνως

- Γιώργο θ’ ανοίξεις, ρώτησε η Μαριέτα;

- Ε, τώρα θα φάμε, χαλαρώστε, είπε ο Γιώργος στους φίλους του και πήγε σβέλτα στο θυροτηλέφωνο. Στον τέταρτο. Το ασανσέρ πάει σιγά-σιγά, μην ανησυχείτε, ψιλοφώναξε.

- Καλησπέρα, είπε ο ντελίβερης και άρχισε να παραδίδει κουτιά με φαγητό. Το 3, το 14, το 7, το 9, το 11, το 17, το 2, το 124... κι αν σας είναι εύκολο, ένα ποτήρι νερό για μένα, παρακαλώ.

- Φέρνεις ένα ποτήρι νερό Μαριέτα; Κρύο ή ζεστό; τον ρώτησε ετεροχρονισμένα.

- Ό, τι νά' ναι, να μην σας καθυστερώ.

- Δε μας καθυστερείς... Πόσο κάνουν;

- Σαράντα έξι ευρώ.

- Σπουδάζεις;

- Σπούδαζα.

- Τι;

- Σπούδαζα.

- Και γιατί σταμάτησες;

- Για να σας εξυπηρετώ και να πληρώνομαι.

- Σπούδαζες στ' αλήθεια; τον ρώτησε αυστηρά η Μαριέτα βάζοντας στο χέρι του Γιώργου το ποτήρι με το νερό. Εκείνη δεν είχε χρόνο να του το δώσει, έπρεπε να γυρίσει γρήγορα στην τηλεόραση.

- Η αλήθεια βρίσκεται μέσα στις ανθρώπινες υποθέσεις, συνέχισε ο ντελίβερης και όταν η κοινωνία μου δημιουργεί έξοδα πάνω από τα έσοδα, τότε με κατατάσσει στους "χρεωμένους ανθρώπους". Κι όταν ένας άνθρωπος χρωστά, "μεταλλάσσεται", δεν είναι πια ένας κανονικός άνθρωπος. Είναι ένας άνθρωπος εξουθενωμένος, δηλαδή μπορείς να τον κάνεις ό,τι θέλεις. Μπορείς να του περικόψεις την ευχαρίστηση, την ικανοποίηση, τις δυνατότητες, την αξιοπρέπεια, την υπερηφάνεια, να τον βάλεις να δουλέψει μέχρι θανάτου, ακόμα και να τον πουλήσεις. Αυτό δεν είναι βαρβαρότητα, είναι η προσπάθεια που κάνει η κοινωνία να πάρει πίσω τα λεφτά που επένδυσε. Αν δεν μπορείς να μείνεις πάνω απ' το όριο φτώχειας, τότε πας στην αμέσως επόμενη κατηγορία που είναι κάτω απ' το όριο φτώχειας. Εγώ εκεί αγωνίζομαι. Είμαι σαν ένα ιστορικό σωματείο. Είμαι αισιόδοξος, κι αν πάει καλά το σχέδιο μου, κάποτε θα επιστρέψω στα μεγάλα σαλόνια. Ως τότε πρέπει να αποφεύγω τις συγκινήσεις, είπε δίνοντας στο Γιώργο τα ρέστα.

- Το νερό; Τον ρώτησε προτάσσοντας το ποτήρι.

- Στην υγειά σας, του είπε και το πήρε, αλλά δεν ήπιε. Υπάρχουν, ξέρετε, συνέχισε, αποτελέσματα εκπληκτικά που κερδίζονται από μια ξαφνική κίνηση. Υπάρχουν αποτελέσματα λιγότερο εκπληκτικά - αλλά πιο διαρκή και πιο πλήρη! Για να επιφέρεις τέτοια αποτελέσματα οφείλεις να έχεις ξεκάθαρο σκοπό και να εργάζεσαι με πειθαρχία πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Για μένα που έχω εξαιρετικά αναπτυγμένη αντίληψη, αλλά που δεν έχω τα μέσα να παρακολουθήσω αυτό που αντιλαμβάνομαι, νομίζω πως τα λιγότερο εκπληκτικά αποτελέσματα είναι αυτά που μου ταιριάζουν –αυτά είναι το γήπεδο μου! Πιστεύω πως, κερδίζοντας μικρές νίκες, αποκτάς ένα αίσθημα εμπιστοσύνης για το αύριο, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι προσδιορίσιμο. Συνηθίζεις στον κίνδυνο και δεν χάνεις δυνάμεις περιμένοντας τον. Νοιώθεις σαν το νερό, δεν προσπαθείς να αποφύγεις κανένα εμπόδιο, καμιά λακκούβα δεν μπορεί να σε σταματήσει. Σταθμίζεις τις συνθήκες της στιγμής με ηρεμία και ικανοποιείσαι με μικρά κέρδη, έτσι μαζεύεις ενέργεια. Διστάζουμε αλλά δεν αγωνιούμε. Έτσι συλλαμβάνουμε την κατάλληλη στιγμή για δράση. Οι περιορισμοί δεν είναι αγχόνες ούτε χειροπέδες. Είναι αφετηρία για δημιουργία…

Τα μάτια τους συναντήθηκαν στο ποτήρι, το νερό είχε θολώσει απ’ το χλώριο.

- Γιώργο, φώναξε η Μαριέτα θα φάμε;

Μια κυριακάτικη λαθραία φιλοαναπαραγωγική διαστολή

Εκείνο τον καιρό, μία κεκτημένη ταχύτητα,
ένας ζωντανός, ακόμη, παλμός,
έκανε πολλούς ανθρώπους να δουλεύουν σε έναν κόσμο
διαφορετικό από αυτόν που θά' θελαν να σφυρηλατήσουν
Εξαπατημένοι, πικραμένοι, αλλά ανίκανοι να μην διεκπεραιώσουν
το καθημερινό καθήκον που τους επέβαλλαν.
Δεν είχαν, πλέον, γνώμη - το κυριότερο ήταν η επιβίωση.
Δούλευαν για να μπορούν να επιστρέφουν κάθε πρωί
στη γαλήνη του επαγγέλματος.

Ακολουθεί διάλογος:

-Χρειάζομαι περισσότερα χρήματα.

-Περιόρισε τις ανάγκες σου...

-Χρειάζομαι περισσότερα χρήματα για να ξεφύγω από αυτό που λέμε "όριο φτώχειας".

-Τι είναι αυτό;

-Το σημείο που μπορείς να πληρώνεις τους λογαριασμούς σου και να στέκεσαι ακίνητος στη θέση που βρίσκεσαι.

- Ό,τι κινείται, φθείρεται, άρα δεν είναι κακό να είσαι ακίνητος... το πράγμα είναι απλό... χρειάζεσαι περισσότερα χρήματα. Δηλαδή πρέπει να βρεις κάτι να εκμεταλλευτείς. Κάτι που να έχει ανταλλακτική αξία. Μόλις ανακαλύψεις αυτό το κάτι
-το προϊόν; την παροχή υπηρεσιών; -
θα πάψεις να νιώθεις αδύναμος και απομονωμένος. Και στη συνέχεια, ως κάτοχος αξιών, θα τις ανταλλάσσεις με άλλες αξίες... όπως εκείνες της ωφέλειας και της ισχύος.

- Είσαι πολιτικός;

- Είμαι κληρονόμος. Εσύ τι είσαι;

- Ξέρω και γω; Εργαζόμενος.

- Άρα είσαι κι εσύ κληρονόμος.

- Κληρονόμος;

- Καλά, δεν ξέρεις ότι οι εργαζόμενοι είναι οι μόνοι νόμιμοι κληρονόμοι της κλασσικής φιλοσοφίας;

- Όχι. Ξέρω ότι οι φιλόσοφοι έχουν εξηγήσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους. Κανένας, όμως, δεν τον άλλαξε.

- Κανένας φιλόσοφος δεν άλλαξε τον κόσμο;

- Κανένας φιλόσοφος δεν άλλαξε τον κόσμο.

- Μα δεν χρειάζεται, αλλάζει από μόνος του.

- Επειδή πάει πολύ αργά, εμένα πέρασε από το μυαλό μου η επανάσταση... έτσι, φευγαλέα, αλλά μου πέρασε.

- Ναι. Σε συμβολική μορφή η ιστορία των επαναστάσεων θα μπορούσε να είναι το παραμύθι με τον θησαυρό, που ξαφνικά εμφανίζεται και απρόσμενα εξαφανίζεται κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Μετά την αμερικανική, τη γαλλική, την ελληνική και τη ρωσική, εγώ έχω πολύ σοβαρούς λόγους να αμφιβάλλω για την ύπαρξη του θησαυρού

- Είναι κάτι μέρες... με λογαριασμούς... που τα πράγματα ζορίζουν, ξεπερνούν το παιχνίδι και πλησιάζουν την τραγωδία, πώς αλλιώς να το πω;

- Αν τη φτάσουν θα είναι καλύτερα. Στην τραγωδία υπάρχει κάθαρση, δηλαδή συμφιλίωση με την πραγματικότητα.

Τέλος διαλόγου.
Όταν ο λαος συνειδητοποιήσει
πως δεν είναι πια χρήσιμος στη δημοκρατία
πως είναι μάταιη η ύπαρξή του
θα ξαναγίνει αναγκαίος.

Υ.Γ. Εγώ, πάντως, θα ψηφίσω.

Ένας παρατεταμένος επιθανάτιος ρόγχος

Πολυχρονεμένε πρωθυπουργέ
Δούλε του Χριστού επί της γης
Ο Θεός να σας δίνει χρόνια.
Συγχωρέστε με που σας απευθύνω το λόγο, αλλά δεν μπορώ να περιμένω άλλο τους αξιωματούχους σας. Παρά τις επανειλημμένες ταπεινές αιτήσεις μου, δεν έλαβα ποτέ καμιά απάντηση από το υπουργείο. Ούτε μια λέξη- Ποτέ.
Ίσως γιατί βρίσκομαι μακριά απ’ του Μαξίμου και τα κέντρα εξουσίας είκοσι χρόνια τώρα. Είναι αργά το απόγευμα, αν κρίνω από τον ήλιο. Μετά βίας βγάζω το ψωμί μου. Μένω συνέχεια σε τούτη τη μοναδική κάμαρα και γράφω. Οι μόνες παραχωρήσεις μου στην σάρκα είναι οι επί χρόνια καταπιεσμένες φαντασιώσεις μου για την Μαριέτα, – οφείλω να ομολογήσω ότι έχω κάνει τα πάντα μαζί της, περισσότερο από αρκετές φορές – Κατά τα’ άλλα παρατηρώ, ακούω και γράφω, κυρίως γράφω. Αυτό μπορεί να το κάνει κάποιος καλύτερα όταν ξεγράψει τη ζωή του, εξοχότατε.
Θέλω, όμως, να έρθω στην πόλη να δω τον ΠΟΡΔΟ ΒΥΡΩΝΑ ….
Υπάρχει μεγάλος αναβρασμός, οι αυτονομιστικές κινήσεις κερδίζουν έδαφος, εξοχότατε. Συγχωρήστε με, πρωθυπουργέ, αν μιλάω υποτιμητικά για τους δημοσίους υπαλλήλους σας, αλλά είναι οι πιο διεφθαρμένοι που γνώρισε ποτέ ο κόσμος.
Όταν διέσχιζα το λόμπι του ξενοδοχείου για να πάω στη βεράντα για φαγητό προχθές, είδα ανάμεσα στις γλάστρες με τους φοίνικες τον ηλικιωμένο κύριο Τσοχ-α-Τζό να κάθεται και να διαβάζει την γαλλική φιλολογική Figaro. Ή τουλάχιστον να την κρατάει. Υπήρχαν και άλλοι εκεί. Μεγάλης ηλικίας άνθρωποι στην πλειοψηφία τους. Κάθονταν πολύ ήσυχα, εξοχότατε. Ο συνδυασμός ηλικίας και σιωπής εκείνη τη στιγμή τους έκανε να μοιάζουν με σύμβολα στα μάτια μου. Αυτή η ακινησία μού έφερε στο νου τη σημερινή κατάσταση της δημοκρατίας. Αυτοί οι άνθρωποι πεθαίνουν όπως και η αστική δημοκρατία. Κατά βάθος το γνωρίζουν πολύ καλά και, περιορίζοντας τις κινήσεις τους, προσπαθούν ν’ αναβάλλουν τον ύστατο πόνο, να πετύχουν κάτι σαν παρατεταμένο επιθανάτιο ρόγχο. Το δίδαγμα είναι πολύ απλό: αποφύγετε τις ξαφνικές κινήσεις, πρωθυπουργέ. Η ενότητα θα διατηρηθεί μόνο αν μείνουμε ακίνητοι. Αποφύγετε τις απότομες χειρονομίες, πρωθυπουργέ, αποφύγετε τις εκρήξεις, μακριά από ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Υπάρχουν ορισμένα στάδια στη διαδικασία της φθοράς, που θα μπορούσαν να διαρκέσουν έπ’ άπειρο. Μια τέτοια φάση περνάμε τώρα. Μας έχουν αποκαλέσει ‘ασθενείς της Ευρώπης’, μα συχνά οι άρρωστοι ζούνε περισσότερο από κείνους που ελπίζουν να τους κληρονομήσουν. Ας βάλουμε στόχο έναν παρατεταμένο επιθανάτιο ρόγχο. Μικρές διορθώσεις μπορείτε να κάνετε ελεύθερα, κατευνάστε τα παράπονα του λαού, αναθεωρήστε την μισθολογική κατάσταση των στρατιωτικών υπαλλήλων. Αυτή η ελάχιστη κίνηση είναι αρκετή, τίποτα περισσότερο.
Δεν μπορώ να τελειώσω όλη την αναφορά με μία καθισιά, εξοχότατε, τα μάτια μου έχουν ερεθιστεί, δεν μπορώ να εστιάσω. Η θάλασσα, εξοχότατε… φωτίζεται πριν από τον ουρανό αυτόν την εποχή του έτους. Θα φάω τώρα. Τρώγοντας θα ατενίζω τα πέρατα της θάλασσας. Αυτό το είδος ξυπνήματος μ’ ευχαριστεί πολύ.
Κάθομαι και γράφω είκοσι χρόνια τώρα. Είδα άνδρες με λιγότερα προσόντα από μένα να πλουτίζουν, ενώ εγώ έμεινα καθηλωμένος στην καρέκλα μου, με μόνη θέα τη θάλασσα και τα καμώματα των ανθρώπων. Όλες οι στιγμές διαίσθησης, συνείδησης και ενόρασης, οι σφυγμοί της ζωής μου έγιναν αναφορές και σας τις έστειλα. Δεν έχω οικογένεια, παιδιά, αξιόλογα υπάρχοντα, μια γυναίκα να κλάψει για μένα, μια βιλίτσα στο Διόνυσο, κάτι απ’ αυτά τα πράγματα, που είναι απτές αποδείξεις ζωής. Τώρα ένα καλό καθάρισμα μιας ώρας στην κάμαρά μου θα ήταν ικανό να σβήσει κάθε ίχνος μου. Κατά βάθος ξέρω ότι δεν θα μείνει κανένα ίχνος ούτε απ’ τις λέξεις μου, τις λέξεις που σας στέλνω είκοσι χρόνια τώρα και που τις καταβροχθίζει ο επανιδρυθείς σας λάκκος. Δεν έχω διάθεση να γράψω για άλλα γεγονότα της τοπικής κοινωνίας. Ας με ξεπεράσουν, ας μείνουν χωρίς καταγραφή.